05/01/2025
Ασφαλιστικές συμβάσεις , για την προστασία της υγείας, της ζωής κ.ο.κ. συνάπτει καθημερινά πλήθος ατόμων, ενώ οι ασφαλιστικές εταιρείες με κάθε τρόπο και με κάθε μέσο επιχειρούν να υποβάλλουν στον καταναλωτή την ανάγκη να αναπτύξει «ασφαλιστική κουλτούρα».
Ο καταναλωτής γνωρίζει ότι η συμμετοχή του σε ένα ασφαλιστικό πρόγραμμα – συμβόλαιο μπορεί να του παρέχει την σιγουριά στην περίπτωση που χρειαστεί να το ενεργοποιήσει π.χ. για ιατρικούς λόγους και γι’ αυτό συνάπτει ασφαλιστικές συμβάσεις.
Δεν είναι σπάνιες , όμως, οι περιπτώσεις που ο ασφαλισμένος έρχεται αντιμέτωπος με πλήθος προβλημάτων κατά την διαδικασία ενεργοποίησης αντίστοιχων ασφαλιστικών συμβολαίων , δηλαδή, όταν χρειάζεται την παροχή των υπηρεσιών που πιστεύει ότι πρέπει να του παρέχονται κατά την ασφαλιστική σύμβαση από την ασφαλιστική εταιρεία .
Τότε , μπορεί να διαπιστώσει, ότι κατά την υπογραφή της σύμβασης κάποιοι κίνδυνοι δεν είχαν υπολογιστεί σωστά ή δεν τους κατάλαβε όπως πίστευε και συνεπώς η ασφαλιστική εταιρεία ενδέχεται να αρνηθεί να τους καλύψει ή να τους καλύψει μόνο κατά κάποιο μέρος τους και όχι πλήρως. Σε αυτή την περίπτωση ο καταναλωτής είναι εκτεθειμένος στον κίνδυνο που πίστευε ότι είχε προβλέψει – μαζί με την ασφαλιστική εταιρεία - αλλά διαπιστώνει , εκ των υστέρων, ότι δεν τον πρόβλεψε ή δεν του επιτράπηκε (από την ασφαλιστική εταιρεία) να τον προβλέψει.
Εκτός των ανωτέρω, είναι σύνηθες και το φαινόμενο να ανακοινώσει εκ των υστέρων η ασφαλιστική εταιρεία με την οποία συμβλήθηκε ο καταναλωτής , δηλαδή, ενώ έχει υπογραφεί η ασφαλιστική σύμβαση , ενώ έχουν καταχωρηθεί οι κίνδυνοι που συμφωνήθηκαν να καλυφθούν και ενώ πληρώνονται τα συμφωνημένα ασφάλιστρα, την μονομερή τροποποίηση των ασφαλίστρων , δηλαδή, την αύξηση τους για κάποιους λόγους , που συνήθως δεν τους έχει αναφέρει ή δεν τους έχει εξηγήσει ξεκάθαρα κατά την υπογραφή της ασφαλιστικής σύμβασης, τότε που όλοι με καλή διάθεση συνεργάζονταν αγαστά για την σύναψη της σύμβασης.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο καταναλωτής αισθάνεται ανασφάλεια αφού π.χ. είχε υπολογίσει συγκεκριμένο ποσό ασφαλίστρου από τον προσωπικό ή οικογενειακό προϋπολογισμό του και ξαφνικά του ανακοινώνεται μονομερώς – χωρίς διαπραγμάτευση ή άλλη συζήτηση – ότι το ασφάλιστρο του αυξήθηκε ενώη αποχώρηση από την σύμβαση δεν είναι πάντα ο ενδεδειγμένος τρόπος επίλυσης του προβλήματος.
Κατά τη διάρκεια λειτουργίας της ασφαλιστικής σύμβασης ενδέχεται να εμφανιστεί η περίπτωση όπου απαιτείται η αναπροσαρμογή του ασφαλίστρου για λόγους που δεν αφορούν την ασφαλιστική εταιρεία ή που είναι εκτός του πεδίου επηρεασμού της. Τότε αυτή για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της από την σύμβαση επιβάλλεται να αναπροσαρμόσει –μονομερώς – τα ασφάλιστρα.
Το ζήτημα που τίθεται είναι αν η αναπροσαρμογή είναι πράγματι αναγκαία και όχι κακόπιστη τεχνική της εταιρείας προς όφελός της και αν πρέπει να ανταποκρίνεται σε προϋποθέσεις και όρους που αφορούν την προστασία του καταναλωτή.
Είναι αδιαμφισβήτητο ότι οι συμβάσεις και μάλιστα αυτές που περιέχουν γενικούς όρους συναλλαγών, τα «ψιλά γράμματα» όπως οι ασφαλιστικές συμβάσεις επιβάλλεται να διέπονται από διαφάνεια και να είναι σύμφωνες με την αρχή της ισορροπίας μεταξύ των συμφερόντων των μερών . Η μονομερής αναπροσαρμογή πρέπει να δικαιολογείται όχι από κάθε τυχόν εμφανιζόμενο λόγο αλλά από σοβαρό λόγο που πρέπει να έχει προβλεφθεί έστω και υποτυπωδώς στην ασφαλιστική σύμβαση .
Η ασφαλιστική εταιρεία υποχρεούται κατά την σύναψη της σύμβασης να μην περιορίζεται στα «ψιλά γράμματα» αλλά να παραθέτει σαφή και κατανοητά κριτήρια, βάσει των οποίων ο μέσος ασφαλισμένος δηλαδή όχι αυτός που έχει τις εξειδικευμένες γνώσεις επί του ζητήματος της ασφάλισης, να είναι σε θέση να κατανοεί τον τρόπο με τον οποίο θα αναπροσαρμόζεται το ασφάλιστρο καθώς και να αξιολογεί τις τυχόν σημαντικές οικονομικές συνέπειες από την μονομερή αναπροσαρμογή του ασφαλίστρου.
Στα πλαίσια αυτά η ασφαλιστική εταιρεία πρέπει να διαθέτει στον ασφαλιζόμενο το απαραίτητο επίπεδο πληροφόρησης τόσο πριν από τη σύναψη της σύμβασης προκειμένου αυτός να είναι ικανοποιητικά και ορθά ενημερωμένος για να λάβει την απόφαση να υπογράψει την σύμβαση όσο και κατά τη διάρκειά της ώστε να είναι σε θέση να ελέγχει εάν η αναπροσαρμογή που του επιβάλλεται είναι σύμφωνη και ανάλογη με τα κριτήρια που έχουν τεθεί και να μπορεί να προστατευθεί.
Οι ασφαλιστικές εταιρείες κατά το νόμο μπορούν να προβούν σε μονομερή ρήτρα αναπροσαρμογής του ασφαλίστρου τους. Αλλά για να είναι νόμιμο αυτό, επιβάλλεται να γίνεται με κριτήρια που συνδέονται με δείκτες αντικειμενικούς και δημοσίως προσβάσιμους, όπως κριτήρια που σχετίζονται με τεχνοοικονομικά δεδομένα της ασφαλιστικής επιχείρησης ή με δεδομένα που αυτή συγκεντρώνει και χρησιμοποιεί για τον υπολογισμό του κόστους υπηρεσιών υγείας τα οποία να είναι προσβάσιμα ή ευχερώς προσιτά στον μέσο ασφαλισμένο,
Στο γραφείο μας Law-Nous, είμαστε πάντα ενημερωμένοι για τα παραπάνω θέματα, έχουμε την εμπειρία και μπορούμε να προσφέρουμε τις αντίστοιχες υπηρεσίες και τις λύσεις των αντίστοιχων προβλημάτων σε συνεργασία με τους ειδικούς κατά τομέα επιστήμονες.
Μπορείτε να επικοινωνείτε μαζί μας με τους παρακάτω τρόπους:
1. Στην ηλεκτρονική μας διεύθυνση: info@law-nous.gr
2. Στο τηλέφωνο : 210 3800306
3. Με επιστολή στη διεύθυνση: Κυρίλλου Λουκάρεως 25-27 Αθήνα, Τ.Κ. 11475
Μαρία Ροκάνη
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω



